του Γιώργου Β. Ριτζούλη
Η αποκάλυψη των ορίων
Η σχέση του
ανθρώπου προς τη φύση αποκαλύπτει
περισσότερα για το κοινωνικό και ιστορικό
πλαίσιο που τον εμπεριέχει, παρά η σχέση
ανθρώπου προς άνθρωπο. Διότι ο «άνθρωπος»
είναι η σχετική, ενώ η «φύση είναι η
απόλυτη πραγματικότητα, είναι το
πραγματικό πρόβλημα του ιστορικού
ορίζοντα (Ernst
Bloch). 18
Στο
σημείο αυτό, είναι χρήσιμη η συζήτηση περί μερικότητας και
ολικότητας, που συνδέεται στενά με το
ζήτημα των οικολογικών ορίων της ανάπτυξης.
Η
αριστερά, από τις αρχές του διαλόγου
της με την οικολογία ως πολιτική, συνήθιζε
(και συνηθίζει) να την αντιμετωπίζει ως
«μερική θεωρία» και το αντίστοιχο
κοινωνικό κίνημα ως μερικό κίνημα.
Φυσικά υπονοείται η αντίστοιχη ολικότητα
που διεκδικεί η άλλη πλευρά (ο μαρξισμός
ως «καθολική θεωρία», το κίνημα
της αριστεράς ή το
ταξικό κίνημα ως «καθολικό κίνημα»),
επιδιώκοντας μία
ιεράρχηση μέρους
προς
όλο.
Μάλιστα,
το
έντονο
υποκειμενικό
στοιχείο και ο
αποσπασματικός
λόγος των αρχών του
οικολογικού κινήματος, αποδόθηκαν σ'
αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του, στη
μερικότητα.


Στην
πραγματικότητα,
η
πολιτική
οικολογία
δυσκολεύεται
να
συναρθρωθεί
σταθερά
με
την
κοινωνική διαδικασία
και τους κοινωνικούς αγώνες,
όχι λόγω μερικότητας,
αλλά
για
τον ακριβώς αντίθετο
λόγο: Επειδή «περικλείει» μακροσκοπικά
το κοινωνικό φαινόμενο, ορίζοντας τα
τοπικά και χρονικά όρια μέσα στα οποία
αυτό διαδραματίζεται. Επειδή ακριβώς
το περικλείει μακροσκοπικά, αυτή η σχέση
εγκλεισμού μπορεί να γίνεται αντιληπτή
μόνον κάτω από κατάλληλες συνθήκες
«ορατότητας» .
Η
εξέλιξη των κοινωνιών, η ιστορία τους, αλλά και η επιστημονική
τους μελέτη, έχουν
νόημα μόνον μέσα στο συγκεκριμένο
οικολογικό πλαίσιό τους - στο
«οικοσύστημα γη». Ακόμη και ο μακροπερίοδος
ιστορικός χρόνος, με τη διαδοχή των
κοινωνικών σχηματισμών και τη διαδικασία
των ταξικών αγώνων, υπάρχει ως μέρος
μιας ευρύτερης φυσικής χρονικής
διάρκειας, του χρόνου των οικοσυστημάτων.
Αν δεν είμαστε πρόθυμοι ν' αποδεχθούμε ιστορικές
θεωρίες που κινούνται στα πλαίσια της
επιστημονικής φαντασίας, και στο βαθμό πού
είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεριλάβουμε
στη σκέψη μας τις φυσικές
προϋποθέσεις του κοινωνικού και ιστορικού
φαινομένου, η ιστορία και η κοινωνική
διαδικασία προϋποθέτουν το βιολογικό
και οικολογικό υπόβαθρό τους. Οτιδήποτε
άλλο είναι αφαίρεση - άλλοτε θεμιτή,
άλλοτε αυθαίρετη.
Χρειάζεται
βέβαια μία διευκρίνιση: Αυτή η τοπολογικά
αντεστραμμένη σχέση, δεν συνεπάγεται
μία νέα αντεστραμμένη σχέση μέρους προς
όλο.
Παρά
τη σχέση «εγκλεισμού», μέσα στον
εγκλεισμένο χώρο του κοινωνικού υπάρχουν
«οπές ελευθερίας»: Πεδία πού δεν διέπονται από τούς
βιολογικούς και οικολογικούς νόμους.
Αν και ή οικολογία ορίζει σε τελευταία
ανάλυση το σύνολο των εξωτερικών
προϋποθέσεων της κοινωνίας, δεν καθορίζει
με αποκλειστικό τρόπο το εσωτερικό της,
τη δομή και τη λειτουργία της. Όπως
διευκρινίστηκε από την αρχή, η
κοινωνία δεν είναι οικοσύστημα.
Ο
διαχωρισμός με αδιαπέραστα στεγανά
των πεδίων της γνώσης, κυρίως των
λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου από
τις φυσικές επιστήμες, είχε ένα δυσβάστακτο
τίμημα: Να εξαφανισθούν από το αναλυτικό
πεδίο οι φυσικές προϋποθέσεις της
ιστορικής εξέλιξης, με τελικό επακόλουθο
την άγνοια του πραγματικού κόσμου ως
όλου. Η απόλυτη κυριαρχία πάνω στη φύση
και η αδιάκοπη ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων, με τη μορφή μιας τεχνικο -
οικονομικής ουτοπίας (που αποδεικνύεται
εντέλει δυσ-τοπία), είναι η απατηλή πρόταση
εκείνων που αδυνατούν να διακρίνουν
όρια, επειδή δεν διακρίνουν το όλον και
αρκούνται σε μυωπική ακτίνα ορατότητας.
Αναφερθήκαμε
ήδη στις (φυσιολογικές) επιρροές επί
της μαρξιστικής σκέψης, ιδίως των
«επιγόνων» του Μαρξ, από προγενέστερες
και σύγχρονες παραδόσεις, οι οποίες
ανάγουν την κυριαρχία του ανθρώπου επί
της φύσης ως ύψιστο μέσο για την επίτευξη
της ευδαιμονίας, αν όχι και ως ηθικό
καθήκον. Με τη βοήθεια κοινωνικών
επιλεκτικών βαλβίδων, οι παραδόσεις
αυτές γέμισαν ασφυκτικά τις ιδεολογικές
αποσκευές της ιστορικής αριστεράς,
ενώ άλλα,
αντιλέγοντα στοιχεία της μαρξικής και
μαρξιστικής σκέψης, «φιλτραρίστηκαν»
και απομακρύνθηκαν. Δεν έγιναν ποτέ
κτήμα του ιστορικού εργατικού κινήματος. Τα παραδοσιακά ρεύματα της αριστεράς
(κομμουνιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, και
εξίσου οι ποικίλοι τύποι του αριστερισμού,
όπως επίσης τα ελευθεριακά - αντιεξουσιαστικά
ρεύματα), κατά την εποχή της ιστορικής
αισιοδοξίας έγιναν απολογητές
του παραγωγισμού και της χωρίς όρια
ανάπτυξης. Αλλά και πολύ αργότερα δεν
μπόρεσαν ν’ αντιληφθούν έγκαιρα την
επέλαση των παραγωγικών
δραστηριοτήτων της κοινωνίας προς τα οικολογικά όρια πού
περικλείουν την κοινωνία και την
παραγωγή. Η θεωρία που προέρχεται από
την μαρξιστική παράδοση είναι ακόμη
και σήμερα, πολύ φτωχά εξοπλισμένη για
να συνειδητοποιήσει σε βάθος και να
πραγματευθεί το πρόβλημα αυτό.
Αλλά
είναι η ίδια η επέλαση προς τα περιβαλλοντικά όρια, αυτή που έκανε
ορατή για πρώτη φορά - για όσους έχoυν
διαυγή όραση - τη «σχέση εγκλεισμού»
της κοινωνίας από το οικοσύστημα. ¨Οπως είδαμε, μόλις
στο τέλος της δεκαετίας του 1960 άρχισε
να συνειδητοποιείται αυτή η σχέση
εγκλεισμού.
Σε κοινωνικό φαινόμενο,
αρχικά μειοψηφικό, κάποια
στιγμή και σε κίνημα, εξελίχθηκε αργότερα. Ωστόσο, σε μεγάλες περιοχές
του πλανήτη (όχι μακρινές, ακόμη και στην
καθ’ ημάς Μεσογειακή Ευρώπη) όπως και σε
σημαντικά κοινωνικά στρώματα, η
διαδικασία αυτή είναι ακόμη πολύ ανώριμη - αν έχει αρχίσει. Για μία ακόμη
φορά, κατά τη μαρξική διατύπωση, το
είναι καθορίζει τη συνείδηση: Το σύστημα παραγωγής με την εξέλιξή του
και η τροποποιημένη από αυτό κοινωνική
δομή έγιναν ή υλική αφετηρία του
οικολογικού κινήματος, και όχι οι
αντιαναπτυξιακές και αντιβιομηχανικές
ιδεολογίες, όπως ισχυριζόταν λίγα χρόνια
πριν, ακόμη και μαρξιστές καθόλου
δογματικοί.
Μόνο με το υπερανεπτυγμένο
βιομηχανικό κεφαλαιοκρατικό σύστημα
προσεγγίσαμε τα οικολογικά όρια, ώστε
κάποιοι μπόρεσαν να τα διακρίνουν. Όπως
ήδη επισημάνθηκε, ο Μαρξ δεν θα μπορούσε στην εποχή του να γίνει θεωρητικός
υποστηρικτής ή πολέμιος της πολιτικής
οικολογίας. Όχι εξαιτίας δικής του έλλιπούς διορατικότητας,
αλλά εξαιτίας της εποχής του. Το λογικό συμπέρασμα, τόσο
για τους σημερινούς μαρξιστές, όσο και για τους οικολόγους, είναι ότι δεν μπορούν να τον
επικαλούνται ως μάρτυρα για την επαλήθευση ή την απόρριψη
της οικολογίας.
Τέλος,
είναι προφανές ότι οι οικολογικοί
περιορισμοί είναι ανεξάρτητοι από τη
δομή της κοινωνίας και δεν μπορούν ν’
αλλάξουν ή να καταργηθούν με κοινωνικούς
μετασχηματισμούς, μεταρρυθμίσεις ή
επαναστάσεις. Εκείνο πού μπορεί ν’
αλλάξει είναι η κοινωνία και η λογική
της παραγωγής, με τέτοιο τρόπο ώστε να
συνυπάρχουν πιο αρμονικά με τη φύση.
Εκκρεμεί η ανανεωμένη κριτική της Πολιτικής Οικονομίας
Αν και η
οικολογία μπορεί να λειτουργεί οδηγητικά
για ένα κίνημα χειραφέτησης μόνον όταν
θέτει τον εαυτό της στο πλευρό μιας
κριτικής κοινωνικής επιστήμης της
χειραφέτησης (δηλαδή όταν εννοεί το
αντικείμενό της σε σχέση με την κοινωνική
κίνηση, ως μια από τις στιγμές της),
ωστόσο η συζήτηση αυτής της κοινωνικής
επιστήμης για τη χειραφέτηση του ανθρώπου
είναι σε τελευταία ανάλυση μια συζήτηση
για την οικολογία (Ludwig
Trepl). 19
Εδώ
και δύο δεκαετίες
ζούμε ήδη την εποχή που εμφανίζονται μπροστά
μας, ο ένας πίσω από τον
άλλο, οι προειδοποιητικοί «μαύροι
κύκνοι» της πολλαπλής κρίσης:20
Μετά
την αποτυχία του
κρατικά
διευθυνόμενου
«μεγάλου άλματος προς
τον ουρανό» στις πρώην Ανατολικές χώρες,
ακολούθησε σύντομα
και δεύτερη
επιβεβαίωση
ότι
οι
θρίαμβοι
του
Homo
oeconomicus
είναι βραχύβιοι και
εύθραυστοι,
με τη διάψευση
της
ανορθολογικής
οικονομικής ουτοπίας
του «αόρατου χεριού»:
Ότι
δήθεν οι αγορές, χωρίς
έξωθεν
επεμβάσεις,
αυτορρυθμίζονται,
ισορροπούν
ως
κλειστό
σύστημα.
Ακόμη
και
αν
υποθέσουμε
ότι
ισορροπούν μακροπρόθεσμα,
«μακροπρόθεσμα θα έχουμε
πεθάνει όλοι».21
Όμως κατά βάθος,
όλοι ήδη γνωρίζουν
ότι η πραγματική μεγάλη κρίση για τις κοινωνίες όλου του πλανήτη θα είναι η
τρίτη και ερχόμενη, η κλιματική.
Αν
όλα αυτά αληθεύουν, ζητούμενο
γίνεται και πάλι, όπως την περίοδο που γραφόταν το Κεφάλαιο, η ανανεωμένη
κριτική
της Πολιτικής
Οικονομίας. Ωστόσο, σήμερα είναι πιά φανερό
πόσο ανέφικτο και μη ρεαλιστικό είναι
το εγχείρημα αυτό,
αν δεν έχει ως ορίζοντα
την Οικολογία. Χωρίς
αυτήν, μπορεί ίσως ν’ αναζητά κανείς
τη μία η την άλλη εκδοχή στα πλαίσια της
οικονομίας, όχι όμως πλέον
την κριτική
της. Η ικανότητα του κεφαλαίου να καλύπτει με καταναλωτικά και φαντασιακά "πέπλα life style" τις κοινωνικές αντιθέσεις
(με τις επιπτώσεις στο πεδίο των νοοτροπιών
και της πολιτικής συμπεριφοράς), φαίνεται
να έχει αποκλείσει την οδό της ριζικής αλλαγής, μέσω της
όξυνσης των οικονομικών ταξικών
αντιθέσεων, όπως την σκεφτόταν μια παραδοσιακή αριστερή στρατηγική. Εξ άλλου, οι σημερινές κοινωνίες, του ανεπτυγμένου κόσμου τουλάχιστον, έχουν ποικίλα και πολυπληθή στρώματα εργαζομένων, αλλά πουθενά δεν υπάρχει πιά το προλεταριάτο του 20ού αιώνα με τα βιωματικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του. Η πολιτική ανατροπή ή ριζική μεταβολή του
συστήματος, χωρίς
μεγάλου εύρους κοινωνικές συμμαχίες και χωρίς ενσυνείδητες
διαδικασίες σε αγώνα για την κατάκτηση της ηθικο-πολιτικής ηγεμονίας, αποδείχθηκε στις ανεπτυγμένες
κοινωνίες (και όχι μόνον), απλή φαντασίωση.