Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Η καστανιά: Άλλοτε έδινε το ψωμί των φτωχών, μετά λησμονήθηκε. Τώρα την ανακαλύπτουμε εκ νέου;

 του Στέφαν Ρέμπενιχ 

© Frankfurter Allgemeine Zeitung - Stefan Rebenich:  Das frühere Brot der Armen ist nun selbst arm dran, 30.08.2019

  
Η καστανιά παραγκωνίστηκε ως καλλιεργημένο καρποφόρο δέντρο όχι μόνον επειδή άλλες καλλιέργειες πήραν τη σημασία που είχε κάποτε αυτή στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και επειδή αυτό το δέντρο πλήττεται από ασθένειες. Είναι όμως ώρα να ανακαλύψουμε και πάλι τον υγιεινό, πλούσιο σε βιταμίνες καρπό της.
  
«Βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά»: Αυτή την παροιμιώδη φράση που εξακολουθεί να ακούγεται από τα χείλη όλων, την οφείλουμε σε έναν από τους μύθους του La Fontaine: Ο πονηρός πίθηκος Μπερτράν (Bertrand) πείθει τον συγκάτοικό του γάτο Ρατόν (Raton) να βγάλει αυτός τα κάστανα από τα κάρβουνα όπου ψήνονταν. Ο γάτος καθώς τα βγάζει καίγεται και τα πετάει αμέσως, με αποτέλεσμα να τα αρπάζει και να τα τρώει μόνος του ο πίθηκος, χωρίς να κάνει την επικίνδυνη δουλειά. Το αντικείμενο του πόθου είναι οι καρποί της εδώδιμης ή γλυκιάς καστανιάς (Castanea sativa), η οποία ανήκει στην ίδια οικογένεια με την οξιά και τη βελανιδιά (Φηγοειδή, Fagaceae) και είναι εντελώς διαφορετικό είδος από την ιπποκαστανιά (Aesculus), η οποίο είναι ένα από τα φυτά της οικογένειας των Ιπποκαστανοειδών που ανήκουν στην τάξη Σαπινδώδη (Sapindaceae). Δεν συνδέονται μεταξύ τους, αν και τοι καρποί τους μοιάζουν.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Αποχαιρετισμός στη λίμνη

για την Κορώνεια ή λίμνη του Αγίου Βασιλείου  
του Γιώργου Β. Ριτζούλη 
 
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χορτιάτης 570», φύλλο 156 - καλοκαίρι 2013
 αναδημοσιεύεται από την ηλεκτρονική της έκδοση - ιστοσελίδα «Χορτιάτης 570» :
 
Ακόμη και τώρα, τον κόσμο όπου έζησα σαν παιδί και μέσα του μεγάλωσα, δύσκολα μπορώ να τον φαντασθώ χωρίς νερά. Στο Ασβεστοχώρι υπήρχαν βρύσες που έτρεχαν ελεύθερες, όπως η Πόποβα, «η βρύση του παπά». Ήταν κοντά στην εκκλησία, δυο βήματα από το σπίτι μου. Είχε το πιο καλό νερό στο χωριό, αυτό που πίναμε. Δεν βρίσκεται μακριά η πηγή απ’ όπου ανάβλυζε. Υπήρχαν και πολλές άλλες πηγές με πόσιμο νερό, τρεχούμενο, όχι μακριά από τα τελευταία σπίτια. Μια ήταν σε μια ρεματιά κάτω από την Αγία Παρασκευή, ανάμεσα στους κράταιγους με τα κόκκινα «κερασάκια», εκεί που στήναμε τον Σεπτέμβριο ξόβεργες και παγίδες, για να πιάσουμε καρδερίνες, σκαθιά και φανέτα.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Oι φλαμουριές ανθίζουν στο Σεράγεβο

 της Άζρα Νουχεφέντιτς

Διδάγματα από βασανισμένους τόπους κι από ζοφερούς καιρούς για την τωρινή εποχή της σύγχυσης. Η λογοτεχνική δημοσιογραφία στα καλύτερά της.
Το άρθρο της © Azra Nuhefendić, Σεράγεβο 11 Ιουλίου 2011, δημοσιεύθηκε στα Αγγλικά στο © Osservatorio Balcani Caucaso: Sarajevo: Lime Trees in flower


 
Lime tree
Το άνθος της φλαμουριάς  (blumenbiene/flickr) 

Είναι ένα μέρος για συναντήσεις, ένα μέρος για τους φίλους, για τους ερωτευμένους. Είναι η Vilsonovo Avenue στο Σεράγεβο, που σκιάζεται από τέσσερις σειρές αιωνόβιων δέντρων φλαμουριάς, τα οποία επιβίωσαν ακόμη και από τον πόλεμο στη δεκαετία του 1990. Όταν οι φλαμουριές ανθίζουν, είναι ο καιρός για την επιστροφή.
Όταν οι φλαμουριές ανθίζουν, είναι καιρός για επιστροφή στο Σεράγεβο. Τον Ιούνιο, το άρωμά τους απλώνεται σ' όλη την πόλη, αρκούν μια-δυο ημέρες ανθοφορίας για να την αγκαλιάσει. Η ανθοφορία της φλαμουριάς είναι σαν ναρκωτικό. Προκαλεί το ίδιο αποτέλεσμα : μας γλυκαίνει, συγκλονίζει την ψυχή μας. Γινόμαστε συναισθηματικοί, σκάει μισό χαμόγελο στα πρόσωπά μας, είναι η έκφραση κάποιου που παρηγορεί, θυμάται ένα μυστικό, κάτι όμορφο και οικείο. Ανακτούμε και πάλι θέληση για να απολαμβάνουμε τη ζωή, για να δουλεύουμε σκληρά, για να είμαστε ευτυχισμένοι, για να επισκεπτόμαστε τους φίλους μας.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

“Ψωμί, παιδεία, ελευθερία”
Το ψωμί και η ποιητική της υλικής ζωής
Μια συνέντευξη του Πρέντραγκ Ματβέγιεβιτς

Una poetica della vita materiale - Συνέντευξη του Predrag Matvejevic στον Tommaso Di Francesco, της εφημερίδας "Ιl Μanifesto", 7 Σεπτεμβρίου 2010
 
«Στο τέλος τα κατάφερα. Χρειάστηκα είκοσι χρόνια εργασίας και ταξιδιών, μεταξύ ασύλου και εξορίας. Αλλά στο τέλος κατάφερα να γράψω, να ολοκληρώσω το βιβλίο που είχα υποσχεθεί, προπάντων στον εαυτό μου». Φαίνεται ικανοποιημένος, έχει ελευθερωθεί από μια υποχρέωση. Ο Πρέντραγκ Ματβέγιεβιτς έφθασε χθες στην Ιταλία από την Κροατία, για μια παρουσίαση την Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010 στο Palazzo Ducale της Γένοβας του βιβλίου Pane nostro (εκδόθηκε από τον οίκο Garzanti, σελ. 233, € 18,60, με πρόλογο του Enzo Bianchi και επίλογο  Erri De Luca). 



Αν η «Mεσογειακή Σύνοψη», καθώς αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τα ιστορικό περιεχόμενα και τη γεωπολιτική, εμφανίσθηκε σαν μια φαντασιακή κοσμογονία, «Ο άρτος ημών» φαίνεται σαν ένα είδος αρχαιολογικής ανασκαφής σχετικής με το θέμα του ψωμιού, μια προσπάθεια να επιστρέψουμε σε αξίες που βρίσκονται χαμηλά, κρυμμένες, στο βάθος. Τι σκέφτεστε;  
Πρώτα-πρώτα, θέλω να πω ότι είναι μια κοσμική, μη θρησκευτική προσευχή. Υπό την έννοια αυτή, γύρισα πίσω στο παρελθόν και η Μεσόγειος μου πρόσφερε ένα μεγάλο περίγραμμα για την Μεσογειακή Σύνοψή μου. Είναι βιβλίο που έχει κάνει 10 εκδόσεις και 23 μεταφράσεις σε διάφορες γλώσσες. Στο σημείο αυτό, το βλέμμα μου έγινε πιό ευρύ, πράγμα που με ανάγκασε να ψάξω για πράγματα που είναι πιό κατάλληλα για να ενώνουν, που θα μπορούσαν να είναι το αληθινό φαγητό, η τροφή. Όλα αυτά τα βρήκα στο ψωμί. Τότε ήρθε στη μνήμη μου εκείνα τα χρόνια που έχω αρχίσει να τα αποκαλώ τα χρόνια ανάμεσα στο άσυλο και στην εξορία, όταν ήμουν σε αντίθεση με τον φασισμό του Τούτζμαν και με τους εθνικιστές στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Συναντηθήκαμε όταν πήγα στη Βοσνία, και βλέποντας τη νέα πείνα και λιμό παντού, έγινε τότε σιγά-σιγά το ψωμί πηγή έμπνευσης για μένα. 

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Πρέντραγκ Ματβέγιεβιτς: Να προστατεύσουμε το διαφορετικό όραμα για τον Μεσογειακό κόσμο

 Συνέντευξη του Predrag Matvejević στην © Defne Gursoy (Ντεφνέ Γκιουρσόϋ)


Στο βιβλίο «Bréviaire Mediterranéen» («Μεσογειακή Σύνοψη»), περιγράφετε ένα πολύ πλούσιο μωσαϊκό, αλλά γεμάτο από αντιφάσεις που μοιάζουν ανυπέρβλητες.
Η Μεσόγειος δείχνει την πραγματική της κατάσταση και δεν καταφέρει να γίνει ένα ενιαίο σχέδιο και εγχείρημα. Η βόρεια ακτή της εμφανίζει μια προφανή καθυστέρηση σε σχέση με το βόρειο τμήμα της Ευρώπης, ακριβώς όπως η νότια ακτή της υστερεί σε σχέση με την Ευρωπαϊκή ακτή της Μεσογείου. Η λεκάνη της Μεσογείου ως όλον συνδέεται δύσκολα με την Ηπειρωτική Ευρώπη.  
Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει γι' αυτή τη θάλασσα ως όλον, χωρίς να υπογραμμίσει τα ρήγματα που την χωρίζουν, τις συγκρούσεις που την ξεσχίζουν: Σήμερα στην Παλαιστίνη, χθές στο Λίβανο, η Κύπρος, το Μαγκρέμπ [Μαρόκο - Αλγερία - Τυνησία], η Βαλκανική, η πρώην Γιουγκοσλαβία, οι συνέπειες από τους πολέμους, όπως αυτοί που έγιναν στο Αφγανιστάν ή στο Ιράκ. 
Η Μεσόγειος είναι εξοικειωμένη με φοβερές συγκρούσεις. Η νότια ακτή παραμένει αποτραβηγμένη στην άκρη, επιφυλατική, δύσπιστη, αφότου έζησε την εμπειρία της αποικιοκρατίας. Και οι δυό απέναντι ακτές της Μεσογείου ήταν πολύ πιο σημαντικές ως χαρτιά που παιζόταν στα παιχνίδια των στρατηγών, παρά ως χαρτιά που έρριχναν στο τραπέζι οι οικονομολόγοι. Όλα έχουν ήδη ειπωθεί γι' αυτήν την «Πρώτη θάλασσα», που έχει γίνει ένα απλό θαλασσινό στενό πέρασμα, για την ενότητά της και τις διαιρέσεις της, για την ομοιογένειά της και την ανομοιομορφία της. Γνωρίζουμε εδώ και πολύ καιρό αυτό που δεν είναι μια «πραγματικότητα για τον εαυτό της», ούτε μια «σταθερά»: Η Μεσόγειος ως σύνολο αποτελείται από πολλά υποσύνολα, που αμφισβητούν ή αρνούνται τις ενοποιητικές ιδέες και συλλήψεις. 
 

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Οικο-οπισθοδρομισμός και οικολογική ανανέωση:
Η πράσινη επανάσταση

 του Ραλφ Φυκς 

Από το περιοδικό Blätter für deutsche und internationale Politik, τεύχος 8/2013, Αύγουστος 2013
 
Η συζήτηση για τις μετα-αναπτυξιακές κοινωνίες αρχίζει να ξεφεύγει απο την πραγματικότητα. Καμμιά κοινωνία δεν μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον της απλά και μόνον με αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου. Όποιος θέλει να διατηρήσει την κοινωνική δημοκρατία πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα για την μελλοντική οικονομική βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Βιώσιμη ανάπτυξη ή βιώσιμη συρρίκνωση - σ' αυτό το ερώτημα κρίνεται επίσης το μέλλον του κοινωνικού κράτους.  

Στις πρόσφατες εκδόσεις των «Blätter» δημοσιεύθηκαν κείμενα του Harald Welzer και των Edward και Robert Skidelsky [1], διαβάζοντας τα οποία δεν απέφυγα ένα αίσθημα deja vu («αυτό το έχω ξαναδεί»). Οι παραλληλισμοί με τις απαρχές της οικολογικής συζήτησης στη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είναι φανεροί: Αρχίζουν από την προειδοποίηση για τις καταστροφικές συνέπειες της διαρκούς οικονομικής μεγέθυνσης [2] και την κριτική του καταναλωτισμού ως μορφής αλλοτρίωσης [3], και φθάνουν μέχρι το αίτημα για αυτοσυγκράτηση ως αντι-πρότυπο στην επεκτατική νεωτερικότητα [4].
Γιατί αυτή η αναβίωση; Όταν η μεγάλη πολιτική φαίνεται ανίκανη ή απρόθυμη ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την παγκόσμια οικολογική κρίση, είναι δελεαστικό να εναποτίθεται κάθε ελπίδα στη δράση των πολιτών που ξεκινά από ηθικά κίνητρα και στην αντιστασιακή δυναμική των πρωτοβουλιών της βάσης. Και πραγματικά, βασικοί δείκτες δείχνουν να επιταχύνεται η διάβρωση των φυσικών θεμελίων της ζωής: Οι εκπομπές των αερίων θερμοκηπίου αυξάνονται από έτος σε έτος, η απώλεια γόνιμων εδαφών παίρνει μορφές απειλητικές, το πόσιμο νερό σε πολλές περιοχές του κόσμου γίνεται σπάνιος φυσικός πόρος, η ληστρική εκμετάλλευση των τροπικών δασών συνεχίζεται και ο κατάλογος των απειλούμενων ειδών του φυτικού και ζωικού βασιλείου γίνεται όλο και μεγαλύτερος. 

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Μέρος Γ' : Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

του Γιώργου Β. Ριτζούλη

 

 

 

Η αποκάλυψη των ορίων

Η σχέση του ανθρώπου προς τη φύση αποκαλύπτει περισσότερα για το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που τον εμπεριέχει, παρά η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο. Διότι ο «άνθρωπος» είναι η σχετική, ενώ η «φύση είναι η απόλυτη πραγματικότητα, είναι το πραγματικό πρόβλημα του ιστορικού ορίζοντα (Ernst Bloch). 18
Στο σημείο αυτό, είναι χρήσιμη η συζήτηση περί μερικότητας και ολικότητας, που συνδέεται στενά με το ζήτημα των οικολογικών ορίων της ανάπτυξης. 
Η αριστερά, από τις αρχές του διαλόγου της με την οικολογία ως πολιτική, συνήθιζε (και συνηθίζει) να την αντιμετωπίζει ως «μερική θεωρία» και το αντίστοιχο κοινωνικό κίνημα ως μερικό κίνημα. Φυσικά υπονοείται η αντίστοιχη ολικότητα που διεκδικεί η άλλη πλευρά (ο μαρξισμός ως «καθολική θεωρία», το κίνημα της αριστεράς ή το ταξικό κίνημα ως «καθολικό κίνημα»), επιδιώκοντας μία ιεράρχηση μέρους προς όλο. Μάλιστα, το έντονο υποκειμενικό στοιχείο και ο αποσπασματικός λόγος των αρχών του οικολογικού κινήματος, αποδόθηκαν σ' αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του, στη μερικότητα.

 

Στην πραγματικότητα, η πολιτική οικολογία δυσκολεύεται να συναρθρωθεί σταθερά με την κοινωνική διαδικασία και τους κοινωνικούς αγώνες, όχι λόγω μερικότητας, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: Επειδή «περικλείει» μακροσκοπικά το κοινωνικό φαινόμενο, ορίζοντας τα τοπικά και χρονικά όρια μέσα στα οποία αυτό διαδραματίζεται. Επειδή ακριβώς το περικλείει μακροσκοπικά, αυτή η σχέση εγκλεισμού μπορεί να γίνεται αντιληπτή μόνον κάτω από κατάλληλες συνθήκες «ορατότητας» .

Η εξέλιξη των κοινωνιών, η ιστορία τους, αλλά και η επιστημονική τους μελέτη, έχουν νόημα μόνον μέσα στο συγκεκριμένο οικολογικό πλαίσιό τους - στο «οικοσύστημα γη». Ακόμη και ο μακροπερίοδος ιστορικός χρόνος, με τη διαδοχή των κοινωνικών σχηματισμών και τη διαδικασία των ταξικών αγώνων, υπάρχει ως μέρος μιας ευρύτερης φυσικής χρονικής διάρκειας, του χρόνου των οικοσυστημάτων. Αν δεν είμαστε πρόθυμοι ν' αποδεχθούμε ιστορικές θεωρίες που κινούνται στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας, και στο βαθμό πού είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεριλάβουμε στη σκέψη μας τις φυσικές προϋποθέσεις του κοινωνικού και ιστορικού φαινομένου, η ιστορία και η κοινωνική διαδικασία προϋποθέτουν το βιολογικό και οικολογικό υπόβαθρό τους. Οτιδήποτε άλλο είναι αφαίρεση - άλλοτε θεμιτή, άλλοτε αυθαίρετη.
Χρειάζεται βέβαια μία διευκρίνιση: Αυτή η τοπολογικά αντεστραμμένη σχέση, δεν συνεπάγεται μία νέα αντεστραμμένη σχέση μέρους προς όλο.

Παρά τη σχέση «εγκλεισμού», μέσα στον εγκλεισμένο χώρο του κοινωνικού υπάρχουν «οπές ελευθερίας»: Πεδία πού δεν διέπονται από τούς βιολογικούς και οικολογικούς νόμους. Αν και ή οικολογία ορίζει σε τελευταία ανάλυση το σύνολο των εξωτερικών προϋποθέσεων της κοινωνίας, δεν καθορίζει με αποκλειστικό τρόπο το εσωτερικό της, τη δομή και τη λειτουργία της. Όπως διευκρινίστηκε από την αρχή, η κοινωνία δεν είναι οικοσύστημα.
Ο διαχωρισμός με αδιαπέραστα στεγανά των πεδίων της γνώσης, κυρίως των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου από τις φυσικές επιστήμες, είχε ένα δυσβάστακτο τίμημα: Να εξαφανισθούν από το αναλυτικό πεδίο οι φυσικές προϋποθέσεις της ιστορικής εξέλιξης, με τελικό επακόλουθο την άγνοια του πραγματικού κόσμου ως όλου. Η απόλυτη κυριαρχία πάνω στη φύση και η αδιάκοπη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με τη μορφή μιας τεχνικο - οικονομικής ουτοπίας (που αποδεικνύεται εντέλει δυσ-τοπία), είναι η απατηλή πρόταση εκείνων που αδυνατούν να διακρίνουν όρια, επειδή δεν διακρίνουν το όλον και αρκούνται σε μυωπική ακτίνα ορατότητας. 
               
Αναφερθήκαμε ήδη στις (φυσιολογικές) επιρροές επί της μαρξιστικής σκέψης, ιδίως των «επιγόνων» του Μαρξ, από προγενέστερες και σύγχρονες παραδόσεις, οι οποίες ανάγουν την κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης ως ύψιστο μέσο για την επίτευξη της ευδαιμονίας, αν όχι και ως ηθικό καθήκον. Με τη βοήθεια κοινωνικών επιλεκτικών βαλβίδων, οι παραδόσεις αυτές γέμισαν ασφυκτικά τις ιδεολογικές αποσκευές της ιστορικής αριστεράς, ενώ άλλα, αντιλέγοντα στοιχεία της μαρξικής και μαρξιστικής σκέψης, «φιλτραρίστηκαν» και απομακρύνθηκαν. Δεν έγιναν ποτέ κτήμα του ιστορικού εργατικού κινήματος. Τα παραδοσιακά ρεύματα της αριστεράς (κομμουνιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, και εξίσου οι ποικίλοι τύποι του αριστερισμού, όπως επίσης τα ελευθεριακά - αντιεξουσιαστικά ρεύματα), κατά την εποχή της ιστορικής αισιοδοξίας έγιναν απολογητές του παραγωγισμού και της χωρίς όρια ανάπτυξης. Αλλά και πολύ αργότερα δεν μπόρεσαν ν’ αντιληφθούν έγκαιρα την επέλαση των παραγωγικών δραστηριοτήτων της κοινωνίας  προς τα οικολογικά όρια πού περικλείουν την κοινωνία και την παραγωγή. Η θεωρία που προέρχεται από την μαρξιστική παράδοση είναι ακόμη και σήμερα, πολύ φτωχά εξοπλισμένη για να συνειδητοποιήσει σε βάθος και να πραγματευθεί το πρόβλημα αυτό.  
Αλλά είναι η ίδια η επέλαση προς τα περιβαλλοντικά όρια, αυτή που έκανε ορατή για πρώτη φορά - για όσους έχoυν διαυγή όραση - τη «σχέση εγκλεισμού» της κοινωνίας από το οικοσύστημα. ¨Οπως είδαμε, μόλις στο τέλος της δεκαετίας του 1960 άρχισε να συνειδητοποιείται αυτή η σχέση εγκλεισμού. Σε κοινωνικό φαινόμενο, αρχικά μειοψηφικό, κάποια στιγμή και σε κίνημα, εξελίχθηκε αργότερα. Ωστόσο, σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη (όχι μακρινές, ακόμη και στην καθ’ ημάς Μεσογειακή Ευρώπη) όπως και σε σημαντικά κοινωνικά στρώματα, η διαδικασία αυτή είναι ακόμη πολύ ανώριμη - αν έχει αρχίσει. Για μία ακόμη φορά, κατά τη μαρξική διατύπωση, το είναι καθορίζει τη συνείδηση: Το σύστημα παραγωγής με την εξέλιξή του και η τροποποιημένη από αυτό κοινωνική δομή έγιναν ή υλική αφετηρία του οικολογικού κινήματος, και όχι οι αντιαναπτυξιακές και αντιβιομηχανικές ιδεολογίες, όπως ισχυριζόταν λίγα χρόνια πριν, ακόμη και μαρξιστές καθόλου δογματικοί. 
Μόνο με το υπερανεπτυγμένο βιομηχανικό κεφαλαιοκρατικό σύστημα προσεγγίσαμε τα οικολογικά όρια, ώστε κάποιοι μπόρεσαν να τα διακρίνουν. Όπως ήδη επισημάνθηκε, ο Μαρξ δεν θα μπορούσε στην εποχή του να γίνει θεωρητικός υποστηρικτής ή πολέμιος της πολιτικής οικολογίας. Όχι εξαιτίας δικής του έλλιπούς διορατικότητας, αλλά εξαιτίας της εποχής του. Το λογικό συμπέρασμα, τόσο για τους σημερινούς μαρξιστές, όσο και για τους οικολόγους, είναι ότι δεν μπορούν να τον επικαλούνται ως μάρτυρα για την επαλήθευση ή την απόρριψη της οικολογίας.
Τέλος, είναι προφανές ότι οι οικολογικοί περιορισμοί είναι ανεξάρτητοι από τη δομή της κοινωνίας και δεν μπορούν ν’ αλλάξουν ή να καταργηθούν με κοινωνικούς μετασχηματισμούς, μεταρρυθμίσεις ή επαναστάσεις. Εκείνο πού μπορεί ν’ αλλάξει είναι η κοινωνία και η λογική της παραγωγής, με τέτοιο τρόπο ώστε να συνυπάρχουν πιο αρμονικά με τη φύση. 

 

 

Εκκρεμεί η ανανεωμένη κριτική της Πολιτικής Οικονομίας

Αν και η οικολογία μπορεί να λειτουργεί οδηγητικά για ένα κίνημα χειραφέτησης μόνον όταν θέτει τον εαυτό της στο πλευρό μιας κριτικής κοινωνικής επιστήμης της χειραφέτησης (δηλαδή όταν εννοεί το αντικείμενό της σε σχέση με την κοινωνική κίνηση, ως μια από τις στιγμές της), ωστόσο η συζήτηση αυτής της κοινωνικής επιστήμης για τη χειραφέτηση του ανθρώπου είναι σε τελευταία ανάλυση μια συζήτηση για την οικολογία (Ludwig Trepl). 19
 
Εδώ και δύο δεκαετίες ζούμε ήδη την εποχή που εμφανίζονται μπροστά μας, ο ένας πίσω από τον άλλο, οι προειδοποιητικοί «μαύροι κύκνοι» της πολλαπλής κρίσης:20 Μετά την αποτυχία του κρατικά διευθυνόμενου «μεγάλου άλματος προς τον ουρανό» στις πρώην Ανατολικές χώρες, ακολούθησε σύντομα και δεύτερη επιβεβαίωση ότι οι θρίαμβοι του Homo oeconomicus είναι βραχύβιοι και εύθραυστοι, με τη διάψευση της ανορθολογικής οικονομικής ουτοπίας του «αόρατου χεριού»: Ότι δήθεν οι αγορές, χωρίς έξωθεν επεμβάσεις, αυτορρυθμίζονται, ισορροπούν ως κλειστό σύστημα. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ισορροπούν μακροπρόθεσμα, «μακροπρόθεσμα θα έχουμε πεθάνει όλοι».21 Όμως κατά βάθος, όλοι ήδη γνωρίζουν ότι η πραγματική μεγάλη κρίση για τις κοινωνίες όλου του πλανήτη θα είναι η τρίτη και ερχόμενη, η κλιματική.  
Αν όλα αυτά αληθεύουν, ζητούμενο γίνεται και πάλι, όπως την περίοδο που γραφόταν το Κεφάλαιο, η ανανεωμένη κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Ωστόσο, σήμερα είναι πιά φανερό πόσο ανέφικτο και μη ρεαλιστικό είναι το εγχείρημα αυτό, αν δεν έχει ως ορίζοντα την Οικολογία. Χωρίς αυτήν, μπορεί ίσως ν’ αναζητά κανείς τη μία η την άλλη εκδοχή στα πλαίσια της οικονομίας, όχι όμως πλέον την κριτική της. Η ικανότητα του κεφαλαίου να καλύπτει με καταναλωτικά και φαντασιακά "πέπλα life style" τις κοινωνικές αντιθέσεις (με τις επιπτώσεις στο πεδίο των νοοτροπιών και της πολιτικής συμπεριφοράς), φαίνεται να έχει αποκλείσει την οδό της ριζικής αλλαγής, μέσω της όξυνσης των οικονομικών ταξικών αντιθέσεων, όπως την σκεφτόταν μια παραδοσιακή αριστερή στρατηγική. Εξ άλλου, οι σημερινές κοινωνίες, του ανεπτυγμένου κόσμου τουλάχιστον, έχουν ποικίλα και πολυπληθή στρώματα εργαζομένων, αλλά πουθενά δεν υπάρχει πιά το προλεταριάτο του 20ού αιώνα με τα βιωματικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του. Η πολιτική ανατροπή ή ριζική μεταβολή του συστήματος, χωρίς μεγάλου εύρους κοινωνικές συμμαχίες και χωρίς ενσυνείδητες διαδικασίες σε αγώνα για την κατάκτηση της ηθικο-πολιτικής ηγεμονίας, αποδείχθηκε στις ανεπτυγμένες κοινωνίες (και όχι μόνον), απλή φαντασίωση.