Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Μέρος Β' : Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

του Γιώργου Β. Ριτζούλη


 

 

Ο μαρξισμός στην υπηρεσία επίγειων θεών;

           

Υπάρχει μία αξιοσημείωτη παρατήρηση του Μάξ Χόρκχάιμερ (Horkheimer) και του Τέοντορ Αντόρνο (Adorno) στην εισαγωγή του πιό σημαντικού έργου της Φρανκφουρτιανής Κριτικής Θεωρίας, Η Διαλεκτική τού Διαφωτισμού5: «Η "πτώση" του σύγχρονου ανθρώπου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική πρόοδο. Η αύξηση τής οικονομικής παραγωγικότητας δημιουργεί από τη μία μεριά τις συνθήκες για έναν καλύτερο κόσμο και από την άλλη προσφέρει στον τεχνικό μηχανισμό και στις κοινωνικές ομάδες πού τον έχουν υπό την κυριότητά τους μία φοβερή υπεροχή απέναντι στον υπόλοιπο πληθυσμό».


Στην παράδοση του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα, οι ιδέες που δεν εμπιστεύονταν τυφλά την πρόοδο και τα θετικά επακόλουθα του νέου κόσμου της μεγάλης βιομηχανίας, ήταν μειοψηφικές αλλά όχι απούσες. Κατηγορήθηκαν μάλιστα εντονότατα από τους ενδοπαραταξιακούς αντιπάλους τους, ως οπισθοδρομικές τάσεις επιστροφής στον προκαπιταλιστικό Μεσαίωνα. Στη Μεγάλη Βρετανία λόγου χάρη, το νεαρό εργατικό κίνημα επηρεαζόταν σε σημαντικό βαθμό όχι μόνον από σοσιαλιστικά ρεύματα εχθρικά προς τον μαζικό πολιτισμό της μεγάλης βιομηχανίας, που εξέφραζαν στοχαστές - καλλιτέχνες όπως ο Ουίλιαμ Μόρρις (William Morris) και ο Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens), αλλά και από το βαθύ ρεύμα ενός ηθικού αντικαπιταλισμού και αντιβιομηχανισμού, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην πρώτη ρομαντική λογοτεχνική περίοδο, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η επίδραση των ρευμάτων αυτών άντεξε μέχρι την Βικτωριανή περίοδο, μια εποχή κατ΄ εξοχήν βιομηχανιστική και ιμπεριαλιστική. Είχε όμως και η εντελώς υλιστική αυτή εποχή τους μεγάλους διαφωνούντες και «αιρετικούς» της, όπως οι Μόρρις και Ντίκενς, αλλά και ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (Robert Browning) ή ο Τζών Ράσκιν (John Ruskin). Μάλιστα ο δεύτερος, όπως και ο Μόρρις, επηρέασε σημαντικά το Βρετανικό εργατικό κίνημα στην αρχή της σταδιοδρομίας του. Στοιχεία κριτικής της "προόδου" εμφανίζονται κατά παράδοξο τρόπο ακόμη και στη σκέψη του Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde), η οποία ακολουθεί το δικό του ατομιστικό αισθητισμό.6

 

Μετά τον θάνατο του Μαρξ και την εμφάνιση στη σκηνή των επιγόνων του, το εργατικό κίνημα - αν εξαιρέσει κανείς προς στιγμή ρεύματα που δεν ακολούθησαν την μαρξιστική παράδοση, όπως τα αντιεξουσιαστικά και αναρχοσυνδικαλιστικά - μετασχηματίσθηκε σιγά-σιγά στις δύο μεγάλες σχηματικές υποδιαιρέσεις που γνωρίσαμε αργότερα ως "επαναστατικό ρεύμα" (με σημαντικότερο μόρφωμα τον Μπολσεβικισμό) και "μεταρρυθμιστική" Σοσιαλδημοκρατία. Η ήδη επικλινής ισορροπία των πνευμάτων κατέρρευσε εντελώς: Η αριστερά όλων των αποχρώσεων έγινε ακραιφνώς «προοδευτική» και «αναπτυξιακή». Πόσοι άραγε από τους μείζονες επαναστατικούς μαρξιστές μετά το 1900 και ιδιαίτερα της μετα-Οκτωβριανής περιόδου, μέχρι και το 1939, συμμερίζονται την παράδοξη ανησυχία, ότι η τεχνο - οικονομική πρόοδος, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι επίσης πτώση και παρακμή; Εκτός από τους εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης, ίσως με πρώτο διδάξαντα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Benjamin), σπέρματα αυτής της απαισιοδοξίας διακρίνονται σε μερικούς του λεγόμενου εγελιανού μαρξισμού (κυρίως στον πολύ πρώιμο Georg Lukacs, μαθητή του Max Weber, λιγότερο στον Karl Korsch). Πρέπει όμως ν’ αναφερθεί και ο ιδιόμορφος αιρετικός Ερνστ Μπλόχ (Bloch), ο οποίος, χωρίς να είναι απαισιόδοξος, λέει με άλλη (εμφανώς μεσσιανική) γλώσσα, περίπου τα ίδια πράγματα.

Στην άλλη μεγάλη υποδιαίρεση της αριστεράς, τον μεταρρυθμιστική και εξελικτική Σοσιαλδημοκρατία, αξίζουν εκτενούς αναφοράς οι "αιρετικές" αποκλίσεις της λεγόμενης Αυστρομαρξιστικής Σχολής, με κυριότερους εκπροσώπους τον ¨Οττο Μπάουερ (Otto Bauer), τον Κάρλ Ρέννερ (Renner) και τον Mάξ Άντλερ (Adler). Χωρίς να είναι αντιαναπτυξιακοί, ούτε τόσο "ανήσυχοι" όπως οι προηγούμενοι, αμφισβήτησαν με συνέπεια μερικά από τα νέα προοδευτικά στερεότυπα του 20ου αιώνα, όπως την υπόθεση περί οικονομικής ή πολιτικής σταθερότητας και φιλολαϊκής προοδευτικότητας των συμπαγών μονοεθνικών κρατών σε σύγκριση με τις πολυεθνικές Ομοσπονδίες. Επίσης αμφισβήτησαν ριζικά την υπόθεση, ότι η οικονομική και τεχνολογική πρόοδος συνεπάγεται με νομοτελειακό τρόπο για τις κοινωνίες που επωφελούνται από αυτήν, πολιτισμική, ηθική και πολιτική πρόοδο. 

 

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Μέρος Α': Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

του Γιώργου Β. Ριτζούλη


Ήδη από τη δεκαετία του 1970, στις πρώτες απόπειρες διαλόγου με την οικολογική σκέψη, των κριτικών ρευμάτων της αριστεράς που προέρχονταν από την παράδοση του μαρξισμού, η συζήτηση, πριν από άλλα εμπόδια, προσέκρουε σε μεγάλες δυσκολίες συνεννόησης και σε παρεξηγήσεις για την ταυτότητα ή τις προθέσεις των συζητητών. Λόγου χάρη, ακόμη και σε ανοιχτά πνεύματα προερχόμενα από την παράδοση της αριστεράς, ήταν εμπεδωμένη η δηλητηριώδης υποψία, ότι αυτονόητα, η οικολογία βλέπει την κοινωνία ως μια μορφή οικοσυστήματος και ως ιεραρχημένο οικοσύστημα την αντιμετωπίζει. Ενώ στην άλλη πλευρά, επικρατούσε η εξίσου επίμονη υποψία ότι η ιστορική μαρξιστική αριστερά ως σύνολο και από συστάσεώς της, είναι το «κόμμα» που κατ’ εξοχήν υποστηρίζει και προωθεί ομοφώνως την χωρίς φραγμούς και όρια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. 
              
Τις απαρχές τέτοιων παρεξηγήσεων, κυρίως τις «διαφορετικές γλώσσες» που γεννούν ασυνεννοησία, θα έπρεπε να τις αναζητεί κανείς σε όσα διαδραματίσθηκαν στην μακρά ιστορική πορεία της αριστεράς, αλλά και στο γεγονός ότι ο άλλος διαλεγόμενος, η οικολογία ως πολιτική, είχε ακόμη τότε την ηλικία, στην οποία υπερισχύει η ορμή του νεοφώτιστου. Τώρα η ιστορία έχει προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα: Θα ήταν αναχρονισμός και ελάχιστα χρήσιμο, ν’ ανοίξει πάλι η συζήτηση περί των «διαφορετικών πολιτικών γλωσσών». Στην πολιτική, όπως και σ' άλλα πράγματα, πριν ερευνηθούν τα (υποτιθέμενα) διαφορετικά γλωσσικά μέσα, καλό είναι να ερευνώνται οι διαφορετικοί σκοποί. Και αναμφίβολα, η μαρξιστική αριστερά και η οικολογία, όταν καθεμιά με τη σειρά της εμφανίσθηκε στον κόσμο ως αρθρωμένη πολιτική πρόταση, φιλοδοξούσαν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προκλήσεις μέσα σε διαφορετικές πραγματικότητες και να επιτύχουν διαφορετικούς στόχους.1 Ο κόσμος του όψιμου 20ού αιώνα δεν ήταν η Ευρώπη των μέσων του 19ου. 
          
Για να επανέλθουμε σε όσα αναφέρθηκαν για τη σχέση κοινωνίας και οικοσυστήματος: Είναι ορθό, ότι από θεωρητική άποψη, η οικολογία ως πολιτική, ενδιαφέρεται μεταξύ άλλων για τη θέση της κοινωνίας των ανθρώπων μέσα στα οικοσυστήματα και ως συνέπεια, εξάγει συμπεράσματα για την ίδια την κοινωνία ως κοινωνία. Όμως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση από αυτό, μέχρι να καταλήξει κανείς στη “φιλοδοξία” να κατανοεί την κοινωνία με βάση τους νόμους των οικοσυστημάτων ή ν’ αναλύει την πραγματικότητα των σημερινών κοινωνιών ως τρόπο εκδήλωσης αυτών των νόμων. Θα συμφωνούσαμε ίσως, ότι μία ανθρώπινη κοινωνία συγκροτημένη ως όλον από ιεραρχίες του τύπου «σαρκοφάγα - φυτοφάγα - φυτά», από «τροφικές αλυσίδες» και από «οικοθέσεις» που προσιδιάζουν σε ιδιαίτερες «κατηγορίες» ανθρώπων, μπορεί, ως "παρομοίωση", να θυμίζει κάπως την σημερινή. Αλλά δεν φταίνε γι' αυτό οι νόμοι των οικοσυστημάτων κι ακόμη λιγότερο φταίνε οι οικολόγοι. 
  
Ως προς την καχυποψία της άλλης, της νεότερης πλευράς, είναι παράδοξο να ισχυρίζεται κανείς, ότι ο ιδεολογικός και πολιτικός αστερισμός της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ο οποίος από την αρχή της εμφάνισής του διασχίζεται από βαθιές «εμφύλιες» διαιρέσεις, και σ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν ένα κατ’ εξοχήν διηρημένο και εσωτερικά διαφιλονικούμενο πολιτικό στρατόπεδο, θα μπορούσε να έχει πεποιθήσεις που ομονοούν για το ζήτημα “φύση και κοινωνία”. Πρόκειται για ζήτημα που πάντοτε διαιρούσε τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς στοχαστές, και συνεχίζει να τους διαιρεί εξίσου και σήμερα. Και πίσω του κρύβεται ένα ακόμη πιο διχαστικό ερώτημα: Προς τα πού κατευθύνεται ο ανθρώπινος πολιτισμός ως όλον (πνευματικός και επιστημονικός-τεχνικός), που μπορεί να κατευθυνθεί, που οφείλει να κατευθυνθεί;