Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Μέρος Β' : Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

του Γιώργου Β. Ριτζούλη


 

 

Ο μαρξισμός στην υπηρεσία επίγειων θεών;

           

Υπάρχει μία αξιοσημείωτη παρατήρηση του Μάξ Χόρκχάιμερ (Horkheimer) και του Τέοντορ Αντόρνο (Adorno) στην εισαγωγή του πιό σημαντικού έργου της Φρανκφουρτιανής Κριτικής Θεωρίας, Η Διαλεκτική τού Διαφωτισμού5: «Η "πτώση" του σύγχρονου ανθρώπου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική πρόοδο. Η αύξηση τής οικονομικής παραγωγικότητας δημιουργεί από τη μία μεριά τις συνθήκες για έναν καλύτερο κόσμο και από την άλλη προσφέρει στον τεχνικό μηχανισμό και στις κοινωνικές ομάδες πού τον έχουν υπό την κυριότητά τους μία φοβερή υπεροχή απέναντι στον υπόλοιπο πληθυσμό».


Στην παράδοση του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα, οι ιδέες που δεν εμπιστεύονταν τυφλά την πρόοδο και τα θετικά επακόλουθα του νέου κόσμου της μεγάλης βιομηχανίας, ήταν μειοψηφικές αλλά όχι απούσες. Κατηγορήθηκαν μάλιστα εντονότατα από τους ενδοπαραταξιακούς αντιπάλους τους, ως οπισθοδρομικές τάσεις επιστροφής στον προκαπιταλιστικό Μεσαίωνα. Στη Μεγάλη Βρετανία λόγου χάρη, το νεαρό εργατικό κίνημα επηρεαζόταν σε σημαντικό βαθμό όχι μόνον από σοσιαλιστικά ρεύματα εχθρικά προς τον μαζικό πολιτισμό της μεγάλης βιομηχανίας, που εξέφραζαν στοχαστές - καλλιτέχνες όπως ο Ουίλιαμ Μόρρις (William Morris) και ο Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens), αλλά και από το βαθύ ρεύμα ενός ηθικού αντικαπιταλισμού και αντιβιομηχανισμού, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην πρώτη ρομαντική λογοτεχνική περίοδο, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η επίδραση των ρευμάτων αυτών άντεξε μέχρι την Βικτωριανή περίοδο, μια εποχή κατ΄ εξοχήν βιομηχανιστική και ιμπεριαλιστική. Είχε όμως και η εντελώς υλιστική αυτή εποχή τους μεγάλους διαφωνούντες και «αιρετικούς» της, όπως οι Μόρρις και Ντίκενς, αλλά και ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (Robert Browning) ή ο Τζών Ράσκιν (John Ruskin). Μάλιστα ο δεύτερος, όπως και ο Μόρρις, επηρέασε σημαντικά το Βρετανικό εργατικό κίνημα στην αρχή της σταδιοδρομίας του. Στοιχεία κριτικής της "προόδου" εμφανίζονται κατά παράδοξο τρόπο ακόμη και στη σκέψη του Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde), η οποία ακολουθεί το δικό του ατομιστικό αισθητισμό.6

 

Μετά τον θάνατο του Μαρξ και την εμφάνιση στη σκηνή των επιγόνων του, το εργατικό κίνημα - αν εξαιρέσει κανείς προς στιγμή ρεύματα που δεν ακολούθησαν την μαρξιστική παράδοση, όπως τα αντιεξουσιαστικά και αναρχοσυνδικαλιστικά - μετασχηματίσθηκε σιγά-σιγά στις δύο μεγάλες σχηματικές υποδιαιρέσεις που γνωρίσαμε αργότερα ως "επαναστατικό ρεύμα" (με σημαντικότερο μόρφωμα τον Μπολσεβικισμό) και "μεταρρυθμιστική" Σοσιαλδημοκρατία. Η ήδη επικλινής ισορροπία των πνευμάτων κατέρρευσε εντελώς: Η αριστερά όλων των αποχρώσεων έγινε ακραιφνώς «προοδευτική» και «αναπτυξιακή». Πόσοι άραγε από τους μείζονες επαναστατικούς μαρξιστές μετά το 1900 και ιδιαίτερα της μετα-Οκτωβριανής περιόδου, μέχρι και το 1939, συμμερίζονται την παράδοξη ανησυχία, ότι η τεχνο - οικονομική πρόοδος, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι επίσης πτώση και παρακμή; Εκτός από τους εκπροσώπους της Σχολής της Φρανκφούρτης, ίσως με πρώτο διδάξαντα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Benjamin), σπέρματα αυτής της απαισιοδοξίας διακρίνονται σε μερικούς του λεγόμενου εγελιανού μαρξισμού (κυρίως στον πολύ πρώιμο Georg Lukacs, μαθητή του Max Weber, λιγότερο στον Karl Korsch). Πρέπει όμως ν’ αναφερθεί και ο ιδιόμορφος αιρετικός Ερνστ Μπλόχ (Bloch), ο οποίος, χωρίς να είναι απαισιόδοξος, λέει με άλλη (εμφανώς μεσσιανική) γλώσσα, περίπου τα ίδια πράγματα.

Στην άλλη μεγάλη υποδιαίρεση της αριστεράς, τον μεταρρυθμιστική και εξελικτική Σοσιαλδημοκρατία, αξίζουν εκτενούς αναφοράς οι "αιρετικές" αποκλίσεις της λεγόμενης Αυστρομαρξιστικής Σχολής, με κυριότερους εκπροσώπους τον ¨Οττο Μπάουερ (Otto Bauer), τον Κάρλ Ρέννερ (Renner) και τον Mάξ Άντλερ (Adler). Χωρίς να είναι αντιαναπτυξιακοί, ούτε τόσο "ανήσυχοι" όπως οι προηγούμενοι, αμφισβήτησαν με συνέπεια μερικά από τα νέα προοδευτικά στερεότυπα του 20ου αιώνα, όπως την υπόθεση περί οικονομικής ή πολιτικής σταθερότητας και φιλολαϊκής προοδευτικότητας των συμπαγών μονοεθνικών κρατών σε σύγκριση με τις πολυεθνικές Ομοσπονδίες. Επίσης αμφισβήτησαν ριζικά την υπόθεση, ότι η οικονομική και τεχνολογική πρόοδος συνεπάγεται με νομοτελειακό τρόπο για τις κοινωνίες που επωφελούνται από αυτήν, πολιτισμική, ηθική και πολιτική πρόοδο. 

 





Μεταπολεμικά, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60, αν εξαιρεθεί η σχολή της Φρανκφούρτης και όσοι επηρεάστηκαν απ’ αυτήν (κυρίως πέραν του Ατλαντικού), οι προβληματισμοί του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Andre Gorz και λίγων άλλων, τις ανησυχίες αυτού του είδους δεν τις διασπείρουν σχεδόν καθόλου στοχαστές προερχόμενοι από την παράδοση του μαρξισμού ή συνδεόμενοι στενά μ’ αυτήν. Κατά κανόνα, οι παλαιότεροι αντιρρησίες εμφανίζονται να εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και τα παραδείγματα αρχίζουν από τον Γκύντερ Άντερς (Günther Anders) και τον Eric Arthur Blair, γνωστότερο ως Τζώρτζ Όργουελ (Orwell), φθάνοντας πέρα από τον Ατλαντικό σε στοχαστές όπως ο πολυσχιδής Λιούις Μάμφορντ (Lewis Mumford)7 ή ο Τσαρλς Ράιτ Μίλλς (C. Wright Mills, 1916 -1962)8, με τον δεύτερο να διατηρεί πάντως κάποιες αμυδρές συνάφειες με το σώμα ιδεών της μαρξιστικής παράδοσης.  
          



    
Στο τέλος αυτής της περιόδου, όταν εμφανίσθηκαν ανοιχτά τα νέα ρεύματα ανησυχίας για την οικολογική σταθερότητα του πλανήτη, για την εξάντληση των πρώτων υλών και των φυσικών πόρων και για τα όρια της ανάπτυξης, ήταν φανερό ότι αρχική πηγή τους δεν ήταν η παράδοση του μαρξισμού ή της αριστεράς. Το 1968 ιδρύθηκε η Λέσχη της Ρώμης με πρωτοβουλία του Ιταλού βιομηχάνου Αουρέλιο Πετσέι (Aurelio Peccei) και το 1972 κυκλοφόρησε η περίφημη μελέτη Τα όρια της Ανάπτυξης (σε συνεργασία με τους Dennis και Donella Meadows, ερευνητές του Αμερικανικού Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασσαχουσέτης (MIT). Τα πρώτα θεωρητικά εργαλεία για την ανάπτυξη των οικολογικών κινημάτων στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, δεν προήλθαν απο το αριστερό απόθεμα ιδεών και προγραμμάτων.
Είναι αλήθεια πάντως, ότι μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, στη νεότερη γενιά αριστερών «εναντίον της προόδου», όπως στον Κρίστοφερ Λάς (Christopher Lash), αλλά και σε άλλους στοχαστές, όπως ο Ντάνιελ Μπέλ (Daniel Bell), η επίδραση της Κριτικής Θεωρίας (της Σχολής της Φρανκφούρτης) ήταν πολύ εμφανής, όπως και η εφαρμογή στην κλίμακα της κοινωνίας ερμηνευτικών σχημάτων της φροϋδικής ψυχανάλυσης. Στην περίοδο αυτή, η Κριτική Θεωρία ασκεί μια ευρύτερη επίδραση, πολύ πέρα από τους αριστερούς στοχαστές, απρόβλεπτη ακόμη και για τους εκφραστές της, η οποία όμως αποδείχθηκε πολύ βραχύβια.

Τα «μεγάλα σχήματα» του πίνακα των ιδεών φανερώνουν ότι δεν υπάρχουν ευθείες και σαφείς διαχωριστικές γραμμές αλλά μόνον μειοψηφικοί προβληματισμοί, συχνά αποσπασματικοί, καταφανώς αντίρροποι προς το κύριο μαρξιστικό ρεύμα της εποχής, οι οποίοι όμως έχουν αξιοσημείωτες και ενδιαφέρουσες συνάφειες με άλλα σημαντικά ρεύματα σκέψης: Ένα βασικό χαρακτηριστικό που ενοποιεί πολλές από αυτές τις «αιρέσεις» είναι ότι έθεσαν κάτω από τον ερευνητικό φακό τους τη σταθερότητα, τις ικανότητες κοινωνικής ολοκλήρωσης του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού: «Όχι τις κρίσεις, αλλά την απουσία κρίσεων με επαναστατική κατάληξη»9.

             

Απέναντι σ’ αυτά, τις δεκαετίες του 1950 και 1960 επικρατούσε το ορθόδοξο, ή κατά τον Ernst Bloch «ψυχρό ρεύμα του μαρξισμού». Ήταν άραγε ο θετικισμός στην υπηρεσία του προλεταριάτου ή μήπως συνέβαινε το αντίστροφο: Από τη μία πλευρά, την «επαναστατική», οι σιδερένιοι νόμοι της ιστορικής εξέλιξης προσέφεραν τις εγγυήσεις για νομοτελειακή κατάρρευση του συστήματος, κι αυτή θ’ άνοιγε το δρόμο στο «βασίλειο της ελευθερίας», με απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της νομοτέλειας κήρυττε μια αέναη, προς τα εμπρός και βήμα – βήμα πορεία κοινωνικής προόδου. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τα διέκοψε όλα αυτά, αλλά μόνον προσωρινά. Επανήλθαν αυτούσια με ορμή μεγαλύτερη, μαζί με την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης και την ενθρόνιση των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ως αρχόντων του διπολικού κόσμου. Το «βασίλειο της ελευθερίας», τουλάχιστον στη Δύση, έδειχνε ν’ αποκτά επιτέλους όνομα εγκόσμιο και πληβειακό: Όλοι το αντιλαμβανόταν ως κοινωνία της κατανάλωσης, η οποία για τους πολλούς ήταν ευλογία, αλλά για ελάχιστους κατάρα της αποξένωσης και της καταστροφής. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, αυτή την «αιρετική» οπτική την διατύπωσαν υποδειγματικά όχι τόσο φιλόσοφοι ή εργάτες του γραπτού λόγου, όσο σκηνοθέτες του κινηματογράφου όπως ο Μικελάντζελο Αντονιόνι10, ο οποίος με το πέρασμα του χρόνου, άφηνε να διακρίνεται στις ταινίες του πολλή μελαγχολία αλλά και αυξανόμενη οργή. Άλλοι, προερχόμενοι από διαφορετικούς πολιτισμικούς ορίζοντες, όπως ο Ακίρα Κουροσάουα11 και ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ακολούθησαν ίδιο δρόμο, παρά το διαφορετικό ύφος του κινηματογράφου τους. 
 


Οι θεωρίες έχουν δραστικότητα ως δημιουργοί κοινωνικών γεγονότων μόνον όταν συναντώνται με υπαρκτές κοινωνικές διαθεσιμότητες. Ο αναπτυξιακός μύθος, ανεξαρτήτως της προέλευσής του και του πολιτικού χρώματος των αφηγητών του, συνάντησε αυτές τις διαθεσιμότητες. Βρισκόμασταν στην κατ’ εξοχήν εποχή της ιστορικής αισιοδοξίας, όταν ένας ολόκληρος κυριαρχούμενος κόσμος της εργασίας σε Ευρώπη και Αμερική, όρθωνε το ανάστημα του για να απελευθερωθεί από τα δεσμά της εξαθλίωσης και να εκκαθαρίσει τα ερείπια της πολεμικής καταστροφής. Επιτέλους, είχε κάπου να επενδύσει τα χειροπιαστά όνειρά του. Αλλά δίπλα του (και μέσα στα σπλάχνα του), ο μύθος γινόταν το εφαλτήριο νέων εξουσιών. Το σενάριο ήταν γνωστό και δοκιμασμένο, αλλά η νέα παραλλαγή του, αντί για Θεούς, Δαίμονες και επί γης εκπροσώπους των, είχε σε Δύση και Ανατολή τους παντοδύναμους της τεχνικής, και προ πάντων, το ιερατείο των στελεχών και της νέας πολλά υποσχόμενης τάξης των μάνατζερς: Στην Ανατολή ως στελεχικής ραχοκοκαλιάς του πανίσχυρου Κρατικού Λεβιάθαν, στη Δύση ως λειτουργών του πανίσχυρου εταιρικού (corporate) κόσμου. Παντού, σε Δύση και Ανατολή, κήρυξαν την υποταγή της φύσης, αποκρύπτοντας όμως την υποταγή της κοινωνίας.
Ο αναπτυξιακός μύθος επί δεκαετίες λειτούργησε ως ισχυρό σταθεροποιητικό βάθρο τού ανεπτυγμένου Δυτικού καπιταλισμού. Αλλά και στις χώρες του βιομηχανικού κρατισμού «Ανατολικού τύπου», ο μύθος είχε ανάλογη λειτουργία, για όσο διάστημα το σύστημα αυτό μπορούσε ν’ αντέχει στον ανταγωνισμό με τη Δύση. Σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του ανεπτυγμένου κόσμου, ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος, στο βιωμένο κόσμο των μεταπολεμικών κοινωνιών λειτουργούσε επί 3 – 4 δεκαετίες, ο ίδιος συντονισμός τρόπου ζωής, βραχυπρόθεσμων συμφερόντων και ιδεολογημάτων, κυριαρχούσε η ίδια εντύπωση μιας «μοιραίας ιστορικής νομοτέλειας» της συνεχούς προόδου. Με μια διαδικασία που έμοιαζε με εσωτερίκευση της ανταλλακτικής αξίας, η απώλεια σε αίσθηση της ζωής και η ψυχική αποργάνωση που έφερε η κρίση της οικογένειας και η ριζική αναδόμηση με ανοίκειο τρόπο του βιοτικού χώρου12, φαινόταν ν’ αναπληρώνεται από την έκρηξη της κατανάλωσης κατασκευασμένων και φυσικών πραγμάτων, αλλά και σχέσεων μεταξύ ανθρώπων. Μάλιστα, η εισβολή του ανοίκειου στον εγγύτερο βιοτικό κόσμο, και ιδίως στον κόσμο της οικογένειας, της παιδικής και νεανικής ηλικίας, έγινε από πολλές πλευρές, συχνά με το ελκυστικό προσωπείο μιας υποτιθέμενης απελευθέρωσης.

 

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, ο «ασυνεπής υλισμός»13 βρήκε ακόμη πιο ασθενικές αντιστάσεις, ενώ παρά την ανάπτυξη αξιόλογων αγώνων και αριστερών κινημάτων, η θεωρητική παραγωγή του μαρξισμού γινόταν όλο και πενιχρότερη (με κορυφαία εξαίρεση τον διάττοντα Νίκο Πουλαντζά, αλλά ακόμη και αυτός, γρήγορα λησμονήθηκε). Λίγο πριν και λίγο μετά την πτώση της Δικτατορίας, και κυρίως κατά τη βραχύβια περίοδο του Ευρωκομμουνισμού, δάνεια από τον «Ευρωπαικό μαρξισμό», κυρίως από το Παρίσι και τη Ρώμη, κάλυψαν εν μέρει το κενό. Ωστόσο, και αυτά ερχόταν με εντελώς επιλεκτικό τρόπο, ανταποκρινόμενα μόνον σε συγκυριακές πολιτικές ανάγκες και όχι στη συγκρότηση υποδομής. 
Από την άλλη πλευρά, οι παλιές και νέες ιδέες των αιρετικών στοχαστών από τη Φραγκφούρτη, το Βερολίνο, το Τύμπιγκεν ή τη Βουδαπέστη, ενώ αλλού είχαν αρχίσει τότε ν’ αποκτούν ακροατήριο, εδώ ερχόταν σαν εξωτικά φρούτα. Ακόμη και το κοντινό Δαλματικό νησί της Κόρτσουλα, αρχηγείο με παγκόσμια ακτινοβολία της περίφημης μέχρι το 1980 ομάδας Praxis, για τη ντόπια διανόηση της αριστεράς, πλην εξαιρέσεων, ήταν γη εξίσου άγνωστη με τη Νόβαγια Ζέμλια. Οι ανήσυχοι κεντροευρωπαίοι γέροντες και οι νεώτεροι μαθητές τους, ήταν πολύ δύσπεπτοι για τα στομάχια των ορθόδοξων λενινιστών και πολύ σκληροί για τα δόντια των εγχωρίων αριστερών της ανάπτυξης και της προόδου. Ο ίδιος ο εμβληματικός για το Ευρωκομμουνιστικό ρεύμα γραμματέας του Ιταλικού ΚΚ, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, κατανοήθηκε στρεβλά από τους πιο πολλούς Έλληνες Ευρωκομμουνιστές. Ο ηθικοπολιτικός πυρήνας της σκέψης του έμεινε εντελώς ακατανόητος14. 
Ωστόσο, στη δεκαετία του 1980, με την ανάμειξη των εγωιστικών νοοτροπιών της “νεοφιλελεύθερης επανάστασης” με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της πολιτισμικής επανάστασης της δεκαετίας του 196015, και με την κυριαρχία τους σε όλο το σώμα των κοινωνιών (ιδιαίτερα του Ευρωπαïκού Νότου), είχε την ίδια τύχη μετά θάνατον ακόμη και στη δική του χώρα.




Εντελώς φυσιολογικά, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989, διαλύθηκαν ακόμη και τα εύθραυστα οικοδομήματα από επιλεκτικά ψήγματα θεωρίας που υπηρετούσαν τις εγχώριες πολιτικές ανάγκες. Στη συνέχεια, νέες εμπειρικές κατασκευές, είτε με «επαναστατικές» είτε με «μεταρρυθμιστικές» φιλοδοξίες, προσπάθησαν να καλύψουν το κενό, το πολύ μεγαλύτερο τώρα. Μια από αυτές τις εμπειρικές, ανεπεξέργαστες και εξίσου βραχύβιες προτάσεις ήταν η «συνάντηση αριστεράς και οικολογίας».
Αντί να γίνεται η θεωρία ευκαιριακό μέσο στην υπηρεσία συγκυριακών πολιτικών στόχων, θα μπορούσε ν’ αναζητά ένα νέο «ιστορικό συνασπισμό»16 για την αναδόμηση τής βιομηχανικής κοινωνίας, να επιχειρεί να διαψεύσει τις δυσ-τοπικές «νομοτέλειες» και να ενώσει με σύγχρονο τρόπο παλαιότερες μειοψηφικές προβληματικές με νέα κινήματα και ιδέες. Η συνάντηση ενός αναδομημένου, κριτικού μαρξισμού με το οικολογικό ρεύμα σκέψης και δράσης, θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους για να εγερθούν «κοινωνικά και πολιτικά όρια, πριν το μέτωπο τής κεφαλαιοκρατικής επέκτασης προσκρoύσει πάνω στα τελευταία - και μοιραία για την επιβίωση τής ανθρωπότητας - όρια, τα οικολογικά».17

 

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Σημειώσεις" (εκδόσεις "Έρασμος"), τεύχος 75, Ιούνιος 2012 
(με μικρές διαφοροποιήσεις σε επιμέρους σημεία).

  

  Σημειώσεις:

5   Βλ. ελλ. μτφ. Υψιλον, σελ. 14.

6  Βλ. John Ruskin, Ο Βασιλιάς του Χρυσού Ποταμού (μτφ. Γιώργος Μπλάνας, Ερατώ 2007), Unto this Last και άλλα έργα του.

Oscar Wilde, Η ψυχή του ανθρώπου στο σοσιαλισμό (μτφ. Ο. Καράγιωργα, Σοκόλη 2008), Ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας, κ.α.

7  Lewis Mumford, Ο Μύθος της Μηχανής (Ι & ΙΙ), Νησίδες 2005. Αλλα έργα στις ίδιες εκδόσεις: Η ιστορία των ουτοπιών, Η προσωπικότητα στην ιστορία, Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου, Τέχνη και Τεχνική.

8  C. Wright Mills, Η Κοινωνιολογική φαντασία, ελλ. μτφ. Ν. Μακρυνικόλα, Σ. Τσακνιάς, επ. Γιάννης Η. Χάρης, Ολκός 1972.

9  Jürgen Habermas, Το πώμα του μπουκαλιού, συνέντευξη στον Josef Früchtle για την επέτειο των 70 χρόνων από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης (1984), περιοδικό Links τ. 178/1985, ελλ. μτφ O Πολίτης, τ. 81 - 82, Ιούλιος – Αύγ. 1987.

10 Michelangelo Antonioni: Νύχτα (1961), Έκλειψη (1962), Κόκκινη Έρημος (1964), Blow Up (1966), Zabriskie Point (1970).

11 Akira Kurosawa, Dersu Uzala (1975), Dreams (1990).

12Alexander Mitscherlich, Die Unwirtlichkeit unserer Städte Anstiftung zum Unfrieden, Suhrkamp,  Φραγκφούρτη 1965 (Το άξενο των πόλεων πρωτουργό στην ψυχική αποργάνωση του πολίτη, μτφ. Στ. Γιαννόπουλος, Ηριδανός, Αθήνα.

13 Carl Amery, Natur als Politik, Rowohlt Verl., Αμβούργο 1976, αναδημοσιευμένο στον τόμο του ιδίου Die ökologische Chance, Süddeutscher Verlag, Μόναχο 1985 (για τον μαρξισμό ως «ασυνεπή υλισμό», βλ. σελ. 201 κ.ο.κ ).

14 Ενρίκο Μπερλινγκουέρ - Η ηθική διάσταση της κρίσης της πολιτικής (συνέντευξη στην εφημερίδα «Ρεπούμπλικα», 28.07.1981)

    http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=534168

15 Βλ. το εμπνευσμένο και καινοτόμο έργο του Christopher Lasch, ο οποίος ήδη αναφέρθηκε, και ιδαίτερα τα βιβλία του "Η κουλτούρα του ναρκισσισμού" και "Λιμάνι σ' έναν άκαρδο κόσμο - Η οικογένεια υπό πολιορκίαν" (σε Ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Νησίδες).

Για τον ουσιαστικά ατομοκεντρικό, εγωιστικό χαρακτήρα των ιδεολογιών που ξεπήδησαν από τον Μάη του 1968 και πως λειτούργησε στη συνέχεια η "Γενιά του '68" ως φθηνή "καύσιμη ύλη" για την νεοφιλελεύθερη επανάσταση των δεκαετιών 1980 - 1990, βλ. το εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόσφατο άρθρο του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου στην εφημερίδα Καθημερινή (26 Μαίου 2013), "Η γενιά του ’68 και οι κληρονόμοι της": "..Η ιδεολογία του Μάη, εξόχως ατομοκεντρική, περιφρονούσε κάθε είδους πειθαρχία. Η συλλογική δράση δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την εξυπηρέτηση της ατομικότητας. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι, από φιλοσοφική άποψη, η ιδεολογία του Μάη και του Γούντστοκ, λίγο αργότερα, δεν ήταν εξ ορισμού ασύμβατη με το αντίπαλο ρεύμα που έμελλε να εμφανισθεί και να σαρώσει την αμέσως επόμενη δεκαετία, τον νεοφιλελευθερισμό. Απεναντίας, με τον ελευθεριάζοντα ατομοκεντρισμό της, η ιδεολογία αυτή, όσο ριζικά και αν απέρριπτε τον καπιταλισμό, νομίζω ότι τον ανεχόταν σε επίπεδο ατομικών επιλογών, προτύπων και συμπεριφορών".

16 Με τoν τρόπο του Antonio Gramsci.

17 Elmar Altvater, Ökologische und ökonomische Modälitaten von Zeit und Raum, PROKLA τ. 67, Juni 1987, Rotbuch Verlag, Βερολίνο, σελ. 35 (ελλ. μτφ. Οικονομικές και οικολογικές όψεις του χρόνου και του χώρου, O Πολίτης, τ. 88 - 89, Φεβρ. - Μάρτιος, 1988. Βλ. και το ευρύτερο έργο του ιδίου Sachzwang Weltmarkt - Verschuldungskrise, blockierte Industrialisierung, ökologische Gefährdung - der Fall Brasilien, VSA Verlag, Αμβούργο 1987



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου